Κυριακή, Ιανουαρίου 24



Δεν απάντησε ποτέ σε άλλο όνομα...

γράφει η Γιάννα Τζιβελέκη 
Είμαι η Γιάννα... παρ' ολίγον Σουλτάνα και είμαι εικαστικός. Η γιαγιά μου ήταν η Σουλτάνα που κανονικά έπρεπε να με βαφτιστώ με τ' όνομά της.  Η γιαγιά μου η Σουλτάνα γεννήθηκε το 1913 σε ένα χωριό, κάπου ανάμεσα στο Καραμάν και στο Ικόνιο της Τουρκίας. Η οικογένεια της έφυγε από την Τουρκία, λίγο πριν από την καταστροφή της Σμύρνης, γύρω στα 8. 

Αρχικά εγκαταστάθηκαν στην Κέρκυρα, αλλά ο πατέρας της, που δεν ήταν καθόλου συνηθισμένος να βλέπει θάλασσα τους πήρε και έφτιαξαν το σπίτι τους σε ένα χωριό του Κιλκίς, στα σύνορα με την τότε Γιουγκοσλαβία. Της γιαγιάς μου, της έφτιαξαν μια ταυτότητα που έγραφε πως την έλεγαν Βασιλική, το Σουλτάνα ακουγόταν υπερβολικά τούρκικο και δεν μπορούσε να το κρατήσει αν ήθελε να θεωρείτε ελληνίδα, όμως εκείνη δεν απάντησε ποτέ σε άλλο όνομα εκτός από τούτο. 
Χρόνια μετά, την πάντρεψαν με συνοικέσιο με τον Γιάννη, που είχε φτάσει στην περιοχή από την Τραπεζούντα του Πόντου, ήταν πλούσιος, πολύ μεγαλύτερος της και είχε ήδη δύο παιδιά από τον πρώτο του γάμο. Έκαναν μαζί άλλα πέντε παιδιά, αλλά στον εμφύλιο τον παππού τον πήρανε κι η γιαγιά η Σουλτάνα βρέθηκε μόνη να πρέπει να δουλέψει, να μεγαλώσει παιδιά και να τα βγάλει πέρα μέσα σε δύσκολες συνθήκες. 
Όταν πέρασε ο πόλεμος, ξεκίνησε να δουλεύει σε αργαλειούς για περσικά χαλιά και αργότερα, πήρε τα παιδιά της και ήρθε στην Αθήνα για να βρει μια καλύτερη ζωή. Συνέχισε να δουλεύει στα χαλιά, κι έβαλε την μια της κόρη, την έφηβη ακόμα Σοφία, την μητέρα μου, να δουλεύει σε κλωστήρια από πολύ νωρίς.
Θυμάμαι πάντα την γιαγιά τη Σουλτάνα στα μαύρα, να πλέκει τα λευκά προικιά για τα εγγόνια της. Εγώ τότε δεν έδινα καμία σημασία σε όλα αυτά και αδιαφορούσα κι αργότερα όταν έβλεπα με τι ευλάβεια τα φύλαγε η μητέρα μου, μετά το θάνατο της γιαγιάς, στα συρτάρια της για να μας τα παραδώσει όταν θα ερχόταν η ώρα. 
Χρειάστηκε να μεταναστεύσω ως την άλλη άκρη της Ευρώπης, να παντρευτώ σε μια ξένη χώρα, για να αρχίσω να ψάχνω τις ρίζες μου και να βρω τι ήταν αυτό που με ένωνε με όλα αυτά. Γυρνώντας πίσω στο πατρικό μου σπίτι, χωρισμένη, βρήκα τα προικιά ακόμα φυλαγμένα με ευλάβεια και ένιωσα πως είχε έρθει η στιγμή να τα «χρησιμοποιήσω», κάνοντας έτσι την δική μου σύνδεση μου με το παρελθόν.

Σκέφτηκα τις ατέλειωτες ώρες κάθε βράδυ που η γιαγιά έπλεκε καθισμένη μόνη τα σεμεδάκια, κουρασμένη μετά τους αργαλειούς, για να συντροφεύουν στιγμές δικές μου που η ίδια πιθανόν δεν θα προλάβαινε ποτέ να δει, πως το βελονάκι μπορεί να ήταν η μόνη της εκτόνωση για χρόνια από την πίεση που ένιωθε μια γυναίκα μόνη που είχε να αντιμετωπίσει τόσες δυσκολίες, πως με κάθε βελονιά έβαζε και πάλι τα πράγματα στην θέση τους, και και πως αυτές οι κλωστές είχαν εμποτιστεί με την ελπίδα της για ένα καλύτερο για εμάς αύριο. Σκέφτηκα τις ώρες που πέρασαν κλεισμένα στα σιωπηλά συρτάρια της μητέρας μου, για να μην τα φθείρει ο χρόνος, και πως εκείνη πρόσθεσε και τα δικά της προικιά κεντήματα κυρίως. Και πως μαζί με αυτά είχε φυλάξει το νοιάξιμο της, που η αυστηρή της ανατροφή δεν της επέτρεπε να το δείχνει συχνά παρά μόνο με τις ανατολίτικες γεύσεις της και τα μανταρίσματα στα ρούχα μας. 



Διάλεξα εφτά μικρά σεμεδάκια –εφτά όπως κι ο ιερός αριθμός των αρχαίων- και τα διαπέρασα με κόκκινη κλωστή -την κόκκινη κλωστή του παραμυθιού αλλά κι αυτή που σε άλλες κουλτούρες δηλώνει τους ισχυρούς δεσμούς των ανθρώπων- και σχημάτισα στα ισπανικά –την καινούργια μου γλώσσα- την λέξη Μοναξιά. Θέλησα έτσι να ενώσω τρεις γενιές γυναικών που η κάθε μία έφυγε από τον τόπο της για να βρει ένα καλύτερο αύριο και που ίσως η κάθε μία για διαφορετικούς λόγους ένιωθε μοναξιά σε έναν κόσμο που δεν ξέρει τι να κάνει το παλιό κι ας είναι η μοναδική προίκα που έχει.
___________________________________________________________________________
Γιάννα Τζιβελέκη, προσωπική αφήγηση για το μάθημα ''Πολιτισμός, Αφήγηση & Μνήμη'' της κ. Αναστασιάδου Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο 


 Ουτοπία 

0 σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου